Κωδικός προϊόντος: 9789605921156 | ISBN: 9789605921156
Στην Πυρά
Συγγραφέας:
Εκδοτικός οίκος:
ΤΩΡΑ ΘΑ ΠΑΙΞΟΥΜΕ
Η μάνα μου με ζύμωνε με λάδι και νερό. Μετά άναβε ένα αγκάθι και προσευχόταν. Θα ήταν μια καλή, συνετή γυναίκα αν δεν την
Η μάνα μου με ζύμωνε με λάδι και νερό. Μετά άναβε ένα αγκάθι και προσευχόταν. Θα ήταν μια καλή, συνετή γυναίκα αν δεν την
Τιμή καταστήματος
Ειδική Τιμή
5,94 €
Από
8,48 €
-30%
Τιμή εκδότη 8,48 €
Σε απόθεμα
Διαθεσιμότητα Κατόπιν παραγγελίας - Υπό την προϋπόθεση ύπαρξης αποθέματος στον προμηθευτή
Πόντοι Ανταμοιβής 6
Κωδικός
9789605921156
Χαρακτηριστικά
Κατηγορία
Βιβλία, Λογοτεχνία, Ελληνική Λογοτεχνία
Βάρος
0,17
Εκδοτικός οίκος
Εκδόσεις Μανδραγόρας
Ημερομηνία τελευταίας εκτύπωσης
20 Ιαν 2021
Ημερομηνία 1ης παρούσας έκδοσης
20 Ιαν 2021
Διαστάσεις
16x25
Σελίδες
64
Περιγραφή
ΤΩΡΑ ΘΑ ΠΑΙΞΟΥΜΕ
Η μάνα μου με ζύμωνε με λάδι και νερό. Μετά άναβε ένα αγκάθι και προσευχόταν. Θα ήταν μια καλή, συνετή γυναίκα αν δεν την ακολουθούσε εκείνη η άσπρη γραμμή από γάλα στα χείλη της. Ίσως και να την πίστευα ακόμα κι όταν μου έλεγε πόσο πολύ μ’ αγαπάει. Η μάνα μου με βρήκε στις όχθες μιας ήσυχης λίμνης. Το πρόσωπό μου είχε το χρώμα της σκουριάς. «Τώρα θα παίξουμε», είπε και άρχισε να με φυσάει στο στόμα. Όταν έκλαψα αυτή γέλασε υστερικά. Με έκρυψε στο ταγάρι της –μια μπουκιά ψυχή– και μ’ έφερε στο σπίτι. Μ’ ακούμπησε απαλά πάνω στο ξύλινο τραπέζι. Ύστερα φόρεσε τη μαύρη της ρόμπα, πήρε το ψαλίδι κι έκοψε τρία κουμπιά ελευθερώνοντας το στήθος της. Έκλεισε τα παράθυρα και τράβηξε τις κουρτίνες. Τώρα θα ορφανέψουμε μαζί αγαπημένο μου παιδί, είπε και με πήρε στην αγκαλιά της.
Η μάνα μου με ζύμωνε με λάδι και νερό. Μετά άναβε ένα αγκάθι και προσευχόταν. Θα ήταν μια καλή, συνετή γυναίκα αν δεν την ακολουθούσε εκείνη η άσπρη γραμμή από γάλα στα χείλη της. Ίσως και να την πίστευα ακόμα κι όταν μου έλεγε πόσο πολύ μ’ αγαπάει. Η μάνα μου με βρήκε στις όχθες μιας ήσυχης λίμνης. Το πρόσωπό μου είχε το χρώμα της σκουριάς. «Τώρα θα παίξουμε», είπε και άρχισε να με φυσάει στο στόμα. Όταν έκλαψα αυτή γέλασε υστερικά. Με έκρυψε στο ταγάρι της –μια μπουκιά ψυχή– και μ’ έφερε στο σπίτι. Μ’ ακούμπησε απαλά πάνω στο ξύλινο τραπέζι. Ύστερα φόρεσε τη μαύρη της ρόμπα, πήρε το ψαλίδι κι έκοψε τρία κουμπιά ελευθερώνοντας το στήθος της. Έκλεισε τα παράθυρα και τράβηξε τις κουρτίνες. Τώρα θα ορφανέψουμε μαζί αγαπημένο μου παιδί, είπε και με πήρε στην αγκαλιά της.

Login and Registration Form